Όταν οι Στόχοι μας Πνίγουν: Αναζητώντας την Ελπίδα που Αναπνέει
- Blog
Στην εργασία μου ως αφηγηματική επόπτρια, διαπιστώνω όλο και συχνότερα ότι εμπλέκομαι σε συζητήσεις με εποπτευόμενους που νιώθουν να έλκονται ή ακόμα και να τους επιβάλλεται, άλλοτε αθόρυβα και άλλοτε με μεγαλύτερη ορμή, η συμμόρφωση με την κουλτούρα και την γλώσσα της δυναμικής και λογιστικής στοχοθεσίας.
Περιγράφουν ένα είδος στόχων που διαμορφώνεται μέσα σε θεσμικά, κλινικά και εκπαιδευτικά πλαίσια, φορτισμένοι με προσδοκίες ότι οι θεραπευτές οφείλουν να εργάζονται για μετρήσιμα αποτελέσματα, να επιδεικνύουν πρόοδο και να αξιολογούν την επιτυχία. Στόχοι που λειτουργούν ως δείκτες επάρκειας. Στόχοι που πρέπει να τεκμηριώνονται και να παρακολουθούνται. Στόχοι που συχνά φτάνουν στο θεραπευτικό δωμάτιο ήδη διαμορφωμένοι—μέσα από πρωτόκολλα, διαδικασίες και ψυχολογικές ερμηνείες—πριν καν ξεκινήσει η θεραπευτική συνομιλία με τον ίδιο τον συμμετέχοντα στη θεραπεία.
Στις συναντήσεις εποπτείας, η αναγνώριση των πολιτικών που συνοδεύουν τη στοχοθεσία—ιδιαίτερα μέσα στη διαδεδομένη «pop» ψυχολογία—μας καλεί να σκεφτούμε πώς θα φαινόταν μια διαδικασία «απομάθησης» αυτής της προσέγγισης. Μια απομάθηση που αμφισβητεί τη μοραλιστική τάση να ορίζουμε τι είναι καλό ή βοηθητικό για τον άνθρωπο και που αμφισβητεί τη θέση που ωθεί τους θεραπευτές να οργανώνουν την κίνηση των θεραπευόμενων. Όχι επειδή αρνούμαι τη σημασία της μετα-κίνησης ή της πρόθεσης στη θεραπεία· αλλά γιατί ανησυχώ όλο και περισσότερο για το τι συμβαίνει όταν οι στόχοι σχεδιάζονται από μια θέση «ειδικού», κινούνται από πάνω προς τα κάτω και μεταφέρουν υποθέσεις για το πώς θα έπρεπε να δείχνει και να βιώνεται η ζωή των προσερχομένων, ποιοι είναι οι «σωστοί» τρόποι να ξεδιπλωθεί η αλλαγή, και ποιος αποφασίζει γι’ αυτό.
Αλλά, αν παραμένουμε στο τοπίο της ατομικής στοχοθεσίας — τόσο στο τι ρωτάμε όσο και στο πώς ακούμε — τι κινδυνεύουμε να αποκλείσουμε από την συζήτηση ή να του γυρίσουμε την πλάτη; Ποιες άλλες πιθανές «γωνιές» πρόσβασης σε δυνατότητες και δύναμη μπορεί να στερούμε από τους ανθρώπους;
Ίσως η στοχοθεσία να μη χρειάζεται να στέκεται μόνο σαν ένα μέτρο προόδου, σαν ένα εργαλείο που «διορθώνει» διαδρομές και βάζει τικ σε κουτάκια. Ίσως να μπορούμε να τη φανταστούμε αλλιώς.
Σαν κάτι που απλώνεται και χωρά περισσότερες φωνές, περισσότερους τρόπους να κινηθούμε, να υπάρξουμε, να συμμετέχουμε στην συνύπαρξη με την αβεβαιότητα του χώρου που προϋπάρχει της στοχοθεσίας. Σε ενα πλαίσιο όπου η γνώση δεν κατεβαίνει από τον «ειδικό» προς τους ανθρώπους και τις κοινότητες τους, αλλά γεννιέται ανάμεσά τους. Όπου η δράση δεν σχεδιάζεται για τον θεραπευόμενο, αλλά μαζί με με τον θεραπευόμενο. Και όπου η κίνηση δεν ακολουθεί μία προκαθορισμένη γραμμή, αλλά βρίσκει τον ρυθμό της μέσα στη συνάντηση. Ίσως τότε οι στόχοι να μοιάζουν λιγότερο με προορισμούς και περισσότερο με μονοπάτια που τα φτιάχνουμε παρέα, βήμα βήμα.
Από αυτή την οπτική, βρίσκω τον εαυτό μου να επιστρέφει, ξανά και ξανά, στην έννοια της ελπίδας. Όχι ως μια αόριστη ή παρηγορητική ιδέα, αλλά ως κάτι πολύ πιο απαιτητικό. Κάτι σχεσιακό. Κάτι πολιτικά υπόλογο. Η ελπίδα, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι απλώς μια εσωτερική διάθεση· είναι μια πρακτική που διαμορφώνεται στις σχέσεις και στα πλαίσια που υποστηρίζουν τη δράση και τη συμμετοχή των ανθρώπων στη δική τους διαδικασία αλλαγής.
Η Λανθάνουσα Αυθεντία των Στόχων
Στην εποπτεία, συχνά ακούω ερωτήσεις όπως:
«Τι στόχους πρέπει να θέσω για να στηρίξω τον προσερχόμενο στην θεραπεία;»
«Πώς μπορώ να καθοδηγήσω το άτομο προς την αλλαγή;»
Τέτοιες ερωτήσεις δεν γεννιούνται στο κενό. Διαμορφώνονται μέσα σε μια ευρύτερη θεραπευτική κουλτούρα, όλο και πιο επηρεασμένη από νεοφιλελεύθερες λογικές, ατομικιστικά πρότυπα και συστήματα που ζητούν να αποδεικνύουμε την αποτελεσματικότητά μας, να παράγουμε μετρήσιμα αποτελέσματα και να επιδεικνύουμε επάρκεια. Σε αυτό το πλαίσιο, οι στόχοι μπορούν γρήγορα να μετατραπούν σε εργαλεία βεβαιότητας.
Και η βεβαιότητα είναι σαγηνευτική.
Εκπαιδευόμαστε σε θεωρητικά μοντέλα, πλαίσια και θεραπευτικές πρακτικές βασισμένες σε τεκμήρια. Μαθαίνουμε τι «λειτουργεί». Ή τουλάχιστον, μας διδάσκουν να πιστεύουμε ότι το γνωρίζουμε. Όμως κάθε μοντέλο κουβαλά τις δικές του παραδοχές: τι θεωρείται «φυσιολογικό», «υγιές», «επιθυμητό». Και αυτές οι παραδοχές δεν είναι ουδέτερες· είναι πολιτισμικά κατασκευάσματα που επηρεάζουν το πώς βλέπουμε και αξιολογούμε τις ζωές των ανθρώπων.
Όταν οι παραδοχές αυτές μεταφράζονται σε στόχους χωρίς να εξετάζουμε το κοινωνικοπολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο (ανα)παράγονται και συντηρούνται, ο σχεδιασμός της αλλαγής κινδυνεύει να μετατραπεί σε προσωπική ευθύνη του θεραπευτή ή του οργανισμού στον οποίο εργάζεται. Έτσι εισάγονται ατζέντες, χαράσσονται μονοπάτια, οργανώνονται συζητήσεις γύρω από την κίνηση προς προκαθορισμένα τελικά σημεία.
Όταν ρωτώ τους θεραπευτές με τους οποίους συνομιλώ στην εποπτεία για τις επιπτώσεις αυτών των συστημικών απαιτήσεων, συχνά περιγράφουν ότι οι επιβεβλημένοι περιορισμοί τους οδηγούν σε έναν συγκεκριμένο τρόπο παρατήρησης και διατύπωσης ερωτήσεων—έναν τρόπο που τείνει να παράγει γραμμικές, χρονολογικά εστιασμένες αφηγήσεις, εστιάζοντας στα γεγονότα και όχι στις δυναμικές νοήματος που τα διαπερνούν.
Όμως, οι στιγμές όπου παρατηρω ότι πραγματικά κινείται κάτι στις θεραπευτικές συνομιλίες είναι συχνά οι στιγμές εκεινες που φέρνω τον εαυτό μου στην θεραπευτική συνομιλία από μια θέση «μη γνωρίζουσας», ή ίσως στεκούμενη ένα βήμα πίσω από την συνεργατική ανάδειξη μιας γνώσης που το άτομο κατέχει ως ειδικός στην δική του ζωή. Είναι οι στιγμές που δεν αντλώ από θεωρίες για να κατανοήσω τον κόσμο κάποιου· δεν διατυπώνω μια ερώτηση που είχα σκεφτεί εκ των προτέρων, δεν ακολουθώ προκαθορισμένες διαδρομές, δεν κρατώ στο μυαλό μου έναν τελικό προορισμό. Κάνω ένα βήμα μαζί με τον θεραπευόμενο ή εποπτευόμενο σε μια μικρή στιγμή που είναι άγνωστη και για τους δύο, σε έναν μεταβατικό χώρο όπου κάτι νέο μπορεί να εμφανιστεί ή να δημιουργηθεί.
Είναι οι στιγμές που συνδημιουργούνται, σε εκείνο το μοναδικό και διαφορετικό χώρο που ανοίγεται μπροστά μας. Εκεί που η γνώση δεν προηγείται, αναδύεται λεπτό-προς-λεπτό καθώς εξελίσσεται η θεραπευτική κουβέντα. Και προσκαλώ τον εαυτό μου, αλλά και τους ανθρώπους με τους οποιους δουλεύω, να παρατηρήσουμε αυτές τις στιγμές: πώς μας επισκέπτεται το απρόβλεπτο, πώς το αφήνουμε να μας αγγίξει, να πλοηγηθεί στα διαφορετικά μέλη της κοινότητας του σώματος μας, να το μοιραστούμε, να το κρατήσουμε κοντά ή να το αφήσουμε να φύγει;
Κατά καιρούς, επίσης, στην εποπτεία προσκαλώ τους θεραπευτές να εξετάσουμε μαζί:
Τι θα γινόταν αν αφιερώναμε λιγότερο χρόνο στο να κυνηγάμε την αυθεντία εφαρμόζοντας πρακτικές εξουσίας, όπως παρεμβάσεις, στρατηγικές στοχοθεσίας και λύσεις, και περισσότερο χρόνο στο να εξελίσσουμε την ικανότητά μας να ακούμε με αποδομητικό τρόπο, να παραμένουμε περίεργοι και να συν-δημιουργούμε νόημα μαζί με εκείνους με τους οποίους εργαζόμαστε;
Τι θα γινόταν αν η επαγγελματική αξία δε μετριόταν με τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν, αλλά με την ποιότητα της παρουσίας μας και τη λογοδοσία μας απέναντι στις επιπτώσεις της δουλειάς μας;
Η αφοσίωση μου σε αυτήν την αναστοχαστική τοποθέτηση για μένα, δεν αφορά την αντίσταση στην ανάπτυξη, αλλά μια ενεργή πολιτική στάση. Αφορά την άρνηση να αφήσουμε την αγορά και τα συστήματά της να υπαγορεύουν τους όρους της πρακτικής μας. Αφορά την πίστη στην ηθική και την πολιτική που μας ώθησε σε αυτή τη δουλειά εξαρχής.
Οι συνεισφορές του φεμινισμού στην Αφηγηματική Θεραπεία μας προσκαλούν να εξετάζουμε πώς αντιστεκόμαστε στην ενόρμηση προς τυποποιημένες λύσεις, γρήγορες παρεμβάσεις και εγχειριδιοποιημένες προσεγγίσεις. Αυτή η πρόσκληση με καλεί να παραμένω δεσμευμένη σε μια σχεσιακή ηθική, ακόμη και όταν το επαγγελματικό γόητρο ή η υπόσχεση της βεβαιότητας μοιάζουν δελεαστικά. Να συνεισφέρω σε ένα είδος «σχεσιακής ασφάλειας» που μας επιτρέπει να κινούμαστε μαζί με τον άνθρωπο στον χώρο του «μη γνωρίζειν» και να εμπιστεύομαι ένα πεδίο που δεν οργανώνεται γύρω από απαντήσεις, αλλά ευδοκιμεί μέσα από την τέχνη της διερεύνησης.
Όπως σημειώνει ο Gilles Deleuze, το χάος ενός κόσμου σε διαρκή μεταβολή δεν είναι κάτι που χρειάζεται να αποφύγουμε, αλλά κάτι μέσα από το οποίο μπορούμε να δημιουργήσουμε.
Και τότε γεννιέται το ερώτημα: πώς αγκαλιάζεται αυτό το χάος;
Αυτό που ξεχωρίζει για μένα είναι η αξία της συν-έρευνας. Στις συνομιλίες νοηματοδότησης που μοιράζομαι με τους θεραπευομενους και τους εποπτευόμενους στην δουλειά μου, αυτές οι στιγμές όπου στεκόμαστε ένα βήμα πριν από το νόημα, πριν από τη γνώση, δεν είναι ατομικές· είναι βαθιά σχεσιακές, συν-παραγόμενες.
Πιστεύω ότι είναι σε αυτή την εγγύτητα, σε αυτή τη στιγμή-προς-στιγμή συν-έρευνα, σε αυτόν τον χώρο που επιβραδύνει και περιπλανάται — όπου βαδίζουμε πραγματικά δίπλα στο άτομο — που γίνεται δυνατή μια διαφορετική σχέση με τη δύναμη και την πρόσβαση σε αυτήν. Ίσως εκεί ακριβώς μπορούμε να αγκαλιάσουμε τον χώρο της θεραπείας ως ένα τοπίο πολιτικής δράσης.
Σε αυτό βρίσκω μια αίσθηση ανακούφισης και ελευθερίας. Και θέλω να συνεχίσω να στρέφομαι προς αυτή τη μεταιχμιακή συνθήκη της «μη γνωρίζουσας» θέσης—σε όλες τις εκδοχές της στις θεραπευτικές και εποπτικές συνομιλίες μου, γιατί καμία προσέγγιση βασισμένη σε προκαθορισμένους στόχους δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αργή, ηθική και πολιτικά ενήμερη εργασία τού να είσαι παρών με τους ανθρώπους καθώς δίνουν νόημα στη ζωή τους.
Ηθική Αναστοχαστικότητα και τα Όρια της Γνώσης
Εδώ είναι που η ηθική αναστοχαστικότητα αποκτά ουσιαστικό νόημα στην εργασία μου ως επόπτρια.
Δεν πρόκειται απλώς για αυτογνωσία· ενέχει μια μορφή πειθαρχίας. Απαιτεί να προσεγγίζω τη δουλειά μου με ταπεινότητα, να αμφισβητώ διαρκώς τις υποθέσεις μου και να παραμένω υπόλογη, όχι μόνο για τις προθέσεις μου, αλλά για τα αποτελέσματα των ενεργειών μου, έτσι όπως αυτά τα περιγράφουν οι ίδιοι οι άνθρωποι με τους οποίους δουλεύω.
Δεν βρίσκομαι ποτέ έξω από το σύστημα μέσα στο οποίο εργάζομαι. Ο τρόπος που είμαι παρούσα, οι παρατηρήσεις μου, οι λέξεις που χρησιμοποιώ, όλα διαμορφώνουν το τι γίνεται εφικτό μέσα στο θεραπευτικό & εποπτικό δωμάτιο. Η παρουσία μου αναδιοργανώνει το σύστημα· και αυτή η αναδιοργάνωση δεν είναι ουδέτερη. Αντανακλά την εκπαίδευσή μου, τις υποθέσεις μου, τα τυφλά μου σημεία, τη θέση μου.
Δεν μπορώ να στέκομαι απέξω για να «διορθώνω». Είμαι πάντα ήδη εμπλεκόμενη. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παραμένω σε εγρήγορση για το πώς προσλαμβάνεται η δουλειά μου. Να αφουγκράζομαι όσα δεν λέγονται, να παρατηρώ ποια «φωνή» τοποθετείται στο επίκεντρο και ποια περιθωριοποιείται. Να είμαι πρόθυμη να αναθεωρήσω, να προσφέρω αντι-πρακτικές δύναμης και να παραδεχτώ πότε κάτι που είπα ή έκανα κάτι που μπορεί να προκαλέσει βλάβη.
Όταν δεσμεύομαι σε αυτό το είδος αναστοχαστικότητας, η σχέση μου με τη δουλειά μου αλλάζει. Σταματώ να προσπαθώ να πείσω ή να τραβήξω έναν άνθρωπο προς μια προκαθορισμένη κατανόηση· παύω να προηγούμαι. Αντί για αυτό στρέφομαι σε πρακτικές που με βοηθάνε να παραμένω υπόλογη στην ειδημοσύνη των ανθρώπων. Παύω να υπερασπίζομαι παρεμβάσεις· αρχίζω να εξετάζω πώς προσκαλώ το άτομο σε μια συνεργατική πρακτική. Κρατώ τη γνώση μου μερική, εντοπισμένη και πάντα ανοιχτή σε αναθεώρηση.
Στην θεραπεία, αυτή η στάση διαμορφώνει τον τρόπο που θέτω ερωτήσεις. Αντί να οδηγούμαι προς λύσεις, στρέφομαι προς ερωτήσεις που είναι βασισμένες στην ανταπόκριση (response-based), αποδομητικές, πολιτικές, σχεσιακές και προσκλητικές—ερωτήσεις που συμμετέχουν στη συνεχή συν-κατασκευή νοήματος, στιγμή προς στιγμή.
Από τους Στόχους στη Συν-έρευνα
Αυτό μετατοπίζει τη θέση του θεραπευτή:
Από ειδικός → σε συν-ερευνήτρια
Από τον σχεδιασμό στόχων → σε μια συμφωνία γύρω από κοινές προθέσεις, για το τι θα βρίσκεται στο επίκεντρο της συν-έρευνας και γιατί.
Από τη βεβαιότητα → στη μαρτυρία και την συνεχή συνδιερεύνηση
Κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας εποπτείας, καθώς ακούω έναν θεραπευτή να αναρωτιέται πώς να «οδηγήσει» τον θεραπευόμενο προς την αλλαγή, βρίσκω τον εαυτό μου να σταματάει και να προ(σ)καλει την σκέψη του:
- Πώς μπορεί η πρόθεση της συζήτησης να διαμορφωθεί συνεργατικά με τον θεραπευόμενο, αντί να επιβάλλεται;
- Ποιες είναι οι σκέψεις, οι εμπειρίες και οι κατανοήσεις του θεραπευτή σχετικά με τη συναίνεση και την αναζήτηση άδειας; Και πώς μπορούν αυτές οι ιδέες να ενσωματωθούν σε πρακτικές που υποστηρίζουν μια συνεχή, επαναλαμβανόμενη επανατοποθέτηση μέσα στη συζήτηση, αντί να μένουν ως μια one-off πρακτική;
Με συγκινεί όταν οι εποπτευόμενοι μου περιγράφουν πώς η δουλειά μας τους προσκαλεί να ανοίγουν νεες πιθανότητες μαζί με τους ανθρώπους που δουλεύουν, όχι να εγκλωβίζονται σε βεβαιότητες. Να προσκαλούν κίνηση, αντί να καθορίζουν την κατεύθυνση. Η δική μου θέση ως επόπτρια δεν είναι ουδέτερη· συμμετέχω στην αναστοχαστική διαδικασία και παρατηρώ πώς αυτές οι ερωτήσεις ανοίγουν νέους δρόμους στη συνεργασία θεραπευτή-θεραπευόμενου και θεραπευτή-Επόπτριας.
Επαναπροσδιορίζοντας την Ελπίδα: Μια Αρχαιολογική Πρακτική
Μέσα σε αυτή τη μετατόπιση, η ελπίδα αποκτά ένα διαφορετικό νόημα. Παύει να θεωρείται μια ιδιότητα που κάποιοι άνθρωποι έχουν και άλλοι στερούνται. Δεν είναι κάτι που εισάγεται. Ούτε κάτι που «κατέχεται». Ζει στις ιστορίες που τους είναι διαθέσιμες.
Οι άνθρωποι μπορεί να είναι τοποθετημένοι μέσα σε ιστορίες απόγνωσης — να τις κουβαλούν, να τις ζουν, να τις αφηγούνται ξανά και ξανά. Αλλά δεν είναι οι ίδιοι αυτές οι ιστορίες.
Όταν αρχίζουμε να τους βλέπουμε σαν να είναι η απόγνωση, τότε γλιστράμε σε έναν τρόπο σκέψης που τους κλειδώνει σε κάτι σταθερό, σαν να υπάρχει μια «ουσία» που τους ορίζει. Έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, τους κάνουμε ένα σύνολο, μια ενιαία εικόνα — τους «ολοποιούμε».
Και εκεί υπάρχει ένας κίνδυνος: να παγιδευτούν μέσα σε μια περιγραφή για το ποιοι είναι. «Δυνατοί», «απαθείς», «ελαττωματικοί»… λέξεις που μοιάζουν να εξηγούν, αλλά τελικά περιορίζουν. Αυτές οι περιγραφές δεν μένουν απλώς λόγια. Αρχίζουν να διαμορφώνουν το πώς τους βλέπουν οι άλλοι — και μαζί και ο θεραπευτής. Και κάπως έτσι, η ιστορία στενεύει, ενώ η ζωή τους είναι πάντα πιο μεγαλη, περίπλοκη και messy από αυτήν.
Στην εποπτική μου πρακτική αυτό γίνεται ορατό καθώς εξετάζουμε με τους θεραπευτές το είδος των προσκλήσεων που απευθύνουν στους ανθρωπους. Για παράδειγμα, ερωτήσεις όπως:
«Ποια είναι η εργασία που θέλεις να κάνει η ελπίδα για σένα;»
«Τι είναι αυτό για το οποίο προσπαθεί επίμονα η απελπισία να σε πείσει;»
«Πώς σε υποστηρίζει η ελπίδα και πότε μπορεί επίσης να σε απογοητεύσει;»
Αυτές οι ερωτήσεις εξωτερικεύουν την ελπίδα. Προσκαλούν τους ανθρώπους να διοργανώσουν την σχέση τους μαζί της, αντί να ορίζονται από την παρουσία ή την απουσία της.
Όταν η Ελπίδα Γίνεται Επικίνδυνη
Κι όμως, έχω μάθει ότι η ελπίδα χρειάζεται προσεκτική προσέγγιση.
Ιδιαίτερα σε πλαίσια ακραίας αβεβαιότητας ή πολλαπλών τραυμάτων – όπως όταν εποπτεύω θεραπευτές που δουλεύουν με πρόσφυγες ή αιτούντες άσυλο – η γλώσσα των «ελπίδων και των ονείρων» μπορεί να γίνει προβληματική.
Όταν το μέλλον είναι αβέβαιο, όταν η επιβίωση κρέμεται από μια κλωστή, όταν οι δομικοί περιορισμοί συνθλίβουν καθημερινές δυνατότητες, το να προσκαλείς ανθρώπους να μιλήσουν για μακροπρόθεσμα όνειρα συχνά μοιάζει αποκομμένο από τη ζωή τους – μερικές φορές ακόμη και επανατραυματικό. Αποκαλύπτει μια δυτική, προνομιούχα υπόθεση: ότι όλοι έχουμε την πολυτέλεια να φανταζόμαστε πενταετή σχέδια.
Δίπλα στους εποπτευόμενους με τους οποίους συνεργαζομαι, συνειδητοποίησα ότι οι συζητήσεις για «ελπίδες και όνειρα» δεν προσγειώνονται με τον ίδιο τρόπο σε κάθε πλαίσιο.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ελπίδα δεν υπάρχει. Σημαίνει ότι πρέπει να την εντοπίσουμε αλλιώς: Λιγότερο στο μακρινό μέλλον και περισσότερο στο παρόν. Λιγότερο σε αφηρημένα αποτελέσματα και περισσότερο στη βιωμένη εμπειρία επιβίωσης. Αντί να αναζητούμε ποιες ελπίδες κρατά ένα άτομο, μπορούμε να το προσκαλέσουμε να ονοματίσει τι το κρατάει όρθιο μέσα στις δύσκολες συνθήκες.
Στην εποπτεία, αυτό συχνά μας καλεί να επιβραδύνουμε. Προσκαλώ τους εποπτευόμενους να πειραματιστούν με ερωτήσεις που δεν ζητούν από τον άνθρωπο να ορίσει πού κατευθύνεται και τί στόχο έχει για το μέλλον, αλλά να περιγράψει πού βρίσκεται, λεπτό προς λεπτό, μέσα στην εμπειρία της μεταβατικότητας που βιώνει.
Αυτη η μετατόπιση της προσοχης μας μπορεί να συμβάλλει στην αναγνώριση μιας διαφορετικής μορφής ελπίδας. Ισως πιο αθόρυβη, πιο προσεκτική, αλλά συνάμα γειωμένη και συντροφική.
Η Ελπίδα ως Πρακτική, Όχι ως Συναίσθημα
Μια άλλη σημαντική μετατόπιση στην εργασία μου είναι η κατανόηση ότι η ελπίδα δεν είναι πρωτίστως συναίσθημα.
Η ελπίδα είναι κάτι που οι άνθρωποι κάνουν. Στην ενεργό μορφή της, η ελπίδα δεν είναι παθητική. Είναι μια χειρονομία. Μια πρακτική. Και συχνά, είναι κάτι που οι άνθρωποι κάνουν μαζί.
Οι άνθρωποι μπορούν να «ασκήσουν» ελπίδα ακόμη και όταν δεν μπορούν να την νιώσουν. Μέσα από την απόδοση νοήματος και μέσα από μικρές κινήσεις που αντιστέκονται στην απόγνωση, η ελπίδα γίνεται ορατή.
Εδώ η σχέση μεταξύ στόχων και ελπίδας γίνεται πιο σύνθετη.
Ενώ έχω ασκήσει κριτική στη στοχοθεσία ως πρακτική που καθοδηγείται από τον ειδικό, δεν πιστεύω ότι η ελπίδα μπορεί να υπάρξει χωρίς κατεύθυνση. Η εμπειρία μου στην θεραπευτική και εποπτική πρακτική με έχει φέρει πιο κοντά στην κατανόηση ότι η ελπίδα δεν κατοικεί στην καθαρή, αόριστη ελπιδοφορία· χρειάζεται να αγκυρώνεται στη δράση.
Η ουσιαστική διαφορά έγκειται στον τρόπο που διαμορφώνεται αυτή η κατεύθυνση. Οι στόχοι, όπως συχνά παρουσιάζονται, επιβάλλονται από άλλους, χωρίς την ενεργή και συναινετική συμμετοχή των ίδιων των ανθρώπων που αφορούν. Η ελπίδα, όμως, στα πλαίσια της συν-έρευνας, αναδύεται μαζί με τους ανθρώπους. Είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ανταποκρίνεται στο πλαίσιο, δοκιμάζεται και αναθεωρείται συνεχώς.
Ερωτήσεις παρμένες από την πρακτική μου μπορεί να δείχνουν κάπως έτσι:
- Με τί χώρους ανάσας, σχέσεις, ιδέες, κληρονομηματα, πηγές έμπνευσης ή ξεκούρασης βρίσκεις τον εαυτό σου να συνδέετε αυτές τις μερες που σε βοηθούν να σηκώνεσαι το πρωί από το κρεβάτι;
- Πώς αναγνωρίζεις ή δημιουργείς στιγμές που σου επιτρέπουν να εμπλέκεσαι σε κάποιου είδους (μετά)κινηση, έστω λίγο;
- Ποιο είναι το επόμενο μικρό βήμα που μπορεί να σου δώσει μια αίσθηση συμμετοχής στη ζωή σου;
Αυτές οι ερωτήσεις στρέφουν την προσοχή στη δράση, στις πρακτικές της ελπιδας, όχι σε αφηρημένα ή μελλοντικά συναισθήματα.
Η Ελπίδα ως Συνέχεια (Ongoingness)
Οι ιστορίες των ανθρώπων με τους οποίους δουλεύω θεραπευτικά με έχουν βοηθήσει να εκτιμήσω ότι η ελπίδα δεν παραδίδεται εύκολα.
Ακόμα και μέσα σε περιοριστικά ή επώδυνα πλαίσια, έχω δει ανθρώπους να κρατιούνται από κάτι — μια λαχτάρα για σύνδεση, για αξιοπρέπεια, για κίνηση — που αρνείται να σβήσει.
Η ελπίδα, υπό αυτή την έννοια, δεν αξιώνει μια υπερφυαλη αισιοδοξία·Οπως χαρακτηριστικά μου είχε αναφέρει μια θεραπευομενη, ίσως η ελπίδα να μοιάζει με «αισιοδοξία με ραγισμένη καρδιά». Φέρει μέσα της την αναγνωριση του πόνου, του περιορισμού, της αδικίας, κι όμως συνεχίζει να ανταποκρίνεται στη ζωή.
Αυτό έχει αλλάξει τον τρόπο που βλέπω τις θεραπευτικές συνομιλίες. Τις σκέφτομαι λιγότερο ως πορεία προς ένα τελικό αποτέλεσμα και περισσότερο ως συμμετοχή σε μια συνέχεια, μια διαδικασία που τιμά τις μικρές κινήσεις της καθημερινοτητας, τη σχεσιακή φροντίδα, αντί για τις δραματικές αλλαγές ή τους ηρωικούς μετασχηματισμούς.
Η συνέχεια μάς καλεί να αφήσουμε την ιδέα ότι η αλλαγή πρέπει να είναι μεγάλη, δραστική, εμφανώς ορατή ή μετρήσιμη. Στρέφει την προσοχή στις καθημερινές πράξεις που συντηρούν τη ζωή. Στους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι συνεχίζουν, παρά τις κακουχίες.
Τα όνειρα αποτελούν, συχνά, το βασίλειο της φαντασίας — έναν χώρο που ανοίγει απεριόριστες δυνατότητες να πλησιάσουμε ό,τι έχει σημασία για εμάς. Έχω μάθει όμως ότι τα «σοβαρά» προβλήματα προσπαθούν εξίσου σοβαρά να καταλάβουν την αίσθηση του εαυτού ενός ανθρώπου και να τον απομακρύνουν από αυτή τη φαντασιακή γνώση, κάνοντάς την να μοιάζει άσχετη ή ακόμη και πολυτελής μπροστά στα πιεστικά διλήμματα του παρόντος.
Η στήριξη ανθρώπων μέσα σε τέτοιες δυσκολίες, ώστε να ξαναγίνουν γνώστες της ζωής τους και πιο καθαροί ως προς το τι θέλουν και πώς επιθυμούν να κινηθούν σε αρμονία με ό,τι έχει αξία για εκείνους, απαιτεί μια οπτική που υπερβαίνει την αποκλειστική εστίαση στα προβλήματα. Απαιτεί μια «θέση θέασης» από ένα διαφορετικό υψόμετρο, όπου μπορεί να φανεί περισσότερη από τη ζωή και τις σχέσεις τους. Από εκεί, καθίσταται δυνατό να μετακινηθούν από την οικεία θέα των προβλημάτων σε μια θέα όπου το κάδρο διευρύνεται. Αυτό το ευρύτερο τοπίο επιτρέπει να γίνουν ορατοί τρόποι συνέχειας της ζωής — είτε μέσα από την επανασύνδεση με παλαιότερα μονοπάτια είτε μέσα από την αναγνώριση νέων, προτιμώμενων κατευθύνσεων.
Η διερεύνηση των πρακτικών ελπίδας με τις οποίες ήδη εμπλέκονται, ανοίγει πολλαπλά σημεία θέασης, πολλαπλές οπτικές γωνίες, από όπου μπορούν να παρατηρήσουν το έδαφος της ζωής τους και να προσαρμόσουν την πορεία τους έτσι ώστε να ευθυγραμμίζεται περισσότερο με ένα προτιμώμενο μονοπάτι.
Σε αυτό το σημείο, αρχίζω να σκέφτομαι και τα όνειρα διαφορετικά. Όχι ως μακρινές φαντασιώσεις ή μελλοντικούς προορισμούς που ζητούν να σχηματιστούν μεμονωμένα εκ των προτέρων, αλλά ως κάτι που αναδύεται σταδιακά μέσα από τις πρακτικές της ελπίδας. Η ελπίδα δημιουργεί τον χώρο όπου μπορούν να γίνουν ορατές μικρές δυνατότητες — λίγο πιο πέρα από εκεί που βρίσκεται ο άνθρωπος τη δεδομένη στιγμή. Και μέσα σε αυτούς τους χώρους, αρχίζουν συχνά να διακρίνονται εικόνες για το τι θα μπορούσε να είναι δυνατό. Τα όνειρα, έτσι, δεν προηγούνται της διαδρομής ούτε λειτουργούν ως προορισμοί· χτίζονται πάνω της, βήμα–βήμα, σαν μια προσωρινή κατασκευή που στηρίζεται στις μικρές κινήσεις της καθημερινότητας και επιτρέπει στον άνθρωπο να «δει» λίγο πιο πέρα, χωρίς να χρειάζεται να φτάσει ακόμη εκεί.
Η Ελπίδα είναι Σχεσιακή και Πολιτική
Η ελπίδα δεν υπάρχει έξω από τα πλαίσια της ζωής των ανθρώπων που συναντώ στην θεραπεία. Αναδύεται μέσα από κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες· μέσα από τις «γραμμές δύναμης» που διαπερνούν την καθημερινότητά τους.
Η φτώχεια, ο ρατσισμός, ο εκτοπισμός, οι έμφυλες προσδοκίες — αυτά δεν είναι ατομικά προβλήματα. Διαμορφώνουν το τι γίνεται εφικτό και τι μοιάζει απρόσιτο στη σχέση ενός ανθρώπου με την ελπίδα.
Στις θεραπευτικές συνομιλίες με ενδιαφέρει να διερευνώ τους χώρους, τις συνθήκες και τα συστήματα που περιορίζουν την πρόσβαση στην ελπίδα ή στην αίσθηση ότι κάτι είναι δυνατό. Πού βιώνει άνεση και ασφάλεια ο άνθρωπος; Πού αυτή η άνεση περιορίζεται; Τι είναι προσβάσιμο σε κάποιους χώρους και τι του στερείται σε άλλους; Αυτοί οι χώροι δεν είναι ποτέ ουδέτεροι· συχνά είναι βαθιά πολιτικοποιημένοι.
Θυμάμαι, για παράδειγμα, έναν θεραπευόμενο που μου είπε ότι δεν υπάρχει τίποτα πια για να ελπίζει. Τον ρώτησα: «Όταν λες ότι δεν ελπίζεις τίποτα, θα έλεγες ότι έχασες την ελπίδα τυχαία κάπου στο δρόμο ή μήπως σου την έκλεψαν, ή σου στέρησαν την πρόσβαση σε αυτή;»
Μια ερώτηση που αναγνώριζε τις σχέσεις δύναμης στη ζωή του και προσκαλούσε τον ίδιο να τοποθετηθεί σε σχέση με το πώς αυτές τον αποσυνδέουν από την ελπίδα.
Μια άλλη θεραπευόμενη μου είπε:
«Μπορώ και ελπίζω γιατί ελπίζουμε μαζί», αναδεικνύοντας έτσι την ελπίδα ως σχεσιακή δυναμη, όχι ως ατομικό επίτευγμα.
Συχνά προσκαλώ τους θεραπευομενους να περιγράψουν την εμπειρία τους για τον τρόπο με τον οποίο έχουν δει την ελπίδα να μοιράζεται,να μεταφέρεται, και μερικές φορές να κρατιέται από άλλους όταν κάποιος δεν μπορεί να την κρατήσει μόνος του.
Κάποιες ερωτήσεις που έχω προσκαλέσει:
«Ποιος κρατάει την ελπίδα για σένα;» ή:
«Όταν το φως της ελπίδας σου τρεμοσβήνει και τα χέρια σου κουράζονται να κρατούν τον φακό ανοιχτό, ποιος θα σταθεί δίπλα σου για λίγο — να τον κρατήσει μαζί σου, ή και για σένα, μέχρι να γίνει δυνατό να τον κρατήσεις ξανά εσύ;»
Μένοντας με την Αβεβαιότητα
Αν υπάρχει κάτι που συνδέει την ηθική αναστοχαστικότητα και την ελπίδα, είναι αυτό:
Και τα δύο απαιτούν τη προθυμία και ικανότητα να καθίσουμε με την αβεβαιότητα.
Οι στόχοι υπόσχονται σαφήνεια. Κατεύθυνση. Μετρήσιμα αποτελέσματα.
Η ελπίδα ζητά κάτι άλλο από εμάς. Μας ζητά να παραμείνουμε παρόντες. Να παραμείνουμε περίεργοι. Να κινούμαστε αργά. Να ακούμε με μια περιέργεια αποδόμησης, με την επίγνωση ότι οι θέσεις δύναμης και προνομίων που κατέχουμε διαμορφώνουν τις υποθέσεις που κάνουμε καθώς συμμετέχουμε σε θεραπευτικές συνομιλιες. Μας ζητά να αναγνωρίζουμε πώς εμείς οι ίδιοι μετακινούμαστε καθώς γινόμαστε μάρτυρες των ιστοριών που μας εμπιστεύονται οι άνθρωποι.
Στην εργασία μου ως επόπτρια, αυτό συχνά σημαίνει να αντιστέκομαι στην παρόρμηση να δώσω απαντήσεις και, αντίθετα, να προσφέρω ερωτήσεις, διατηρώντας την επίγνωση και την ευθύνη ότι κάθε ερώτηση που διατυπώνεται ανοίγει έναν νέο ενδεχόμενο ζωής. Ο τρόπος που βλέπω τον ρόλο μου στην θεραπευτική και εποπτική μου πρακτική δεν είναι να οδηγώ τους ανθρώπους σε προκαθορισμένους προορισμούς, αλλά να τους συνοδεύω καθώς περιηγούνται στα δικά τους τοπία νοήματος συνεισφέροντας σε μια μετακίνηση από αυτό που τους είναι «γνωστό και οικείο» σε κάτι που «είναι δυνατό να…».
Καταληκτικές Σκέψεις
Αυτό το κείμενο δεν καταλήγει σε σταθερά και απόλυτα συμπεράσματα.
Παραμένει ανοιχτό—όπως και οι εποπτικές θεραπευτικές συνομιλίες από τις οποίες προέκυψε.
Δεν προτείνω να παραγνωρίσουμε την αξία που βρίσκουν ορισμένοι άνθρωποι στη δυνατότητα και την ικανότητα της στοχοθεσίας.
Αλλά αναρωτιεμαι τι γίνεται δυνατό όταν χαλαρώνουν έστω και στιγμιαία τα δεσμά των προσδοκιών που αναγάγουν τους στόχους σε όργανο άσκησης εξουσίας. Η ελπίδα, στα δικά μου μάτια, δεν είναι μια «πιο μαλακή» εναλλακτική πρόταση απέναντι στις προσδοκίες της στοχοθεσιας. Είναι μια πιο απαιτητική, σχεσιακή και ηθικά υπεύθυνη πρακτική.
Μας ζητά να παραμένουμε σε εγρήγορση απέναντι στην εξουσία.
Να παραμένουμε υπόλογοι για τα αποτελέσματα της δουλειάς μας.
Να εμπλεκόμαστε στη συν-έρευνα αντί για τον σχεδιασμό.
Να τιμάμε τα πλαίσια μέσα στα οποία ζουν οι άνθρωποι.
Και να εμπιστευόμαστε ότι οι ζωές των ανθρώπων φέρουν ήδη ιστορίες ελπίδας, ακόμη κι αν δεν είναι ακόμη πλήρως ορατές.
Αφήνω το αναγνωστικό κοινό με μερικές προσκλήσεις που έχω προσφέρει σε ανθρώπους στην θεραπευτική και εποπτική μου πρακτική τελευταία:
- Καθώς κινείσαι στις διάφορες περιοχές της ζωής σου,πού έχεις παρατηρήσει μια μορφή ελπίδας να βρίσκει χώρο να αναπνεύσει; Τί είναι αυτό στο οποίο είχες πρόσβαση σε εκείνους τους χώρους και τις στιγμές; Agency, power, αίσθηση ελευθερίας, παρουσίας, απουσίας;
- Πού η ελπίδα μοιάζει πιο απούσα ή δυσκολεύεται να σταθεί; Πώς γίνεται αυτό αντιληπτό στην κοινότητα του σώματός σου;
- Τι ήταν παρόν ή απόν σε εκείνους τους χώρους και τις στιγμες που επηρέασε τη σχέση σου με την ελπίδα;Οι συνθήκες γύρω σου έμοιαζαν «ουδέτερες» ή έφεραν κοινωνικά και πολιτικά φορτία (πιέσεις, κοινωνικες προσδοκίες, δομικές ελλείψεις κτλ);
- Υπήρξαν πτυχές της ελπίδας που σου ήταν περισσότερο προσβάσιμες και άλλες που δεν ήταν; Τι φαινόταν να περιορίζει αυτή την πρόσβαση και τί να την διευκολύνει;
- Τι θα μπορούσε να δει η ελπίδα στη ζωή σου που να την προσκαλέσει να πλησιάσει; Τι θα της μαρτυρούσε ότι υπάρχει, έστω και λίγο, περισσότερος χώρος για να ζωντανέψει η σχέση σας, πχ περισσότερη πρόσβαση σε ό,τι έχει σημασία για σένα, περισσότερη δυνατότητα λόγου και επιλογής, περισσότερη δυνατότητα να κινηθείς ή κάτι άλλο;